Δυο λόγια για τη συμμετοχή στη συλλογή ποιημάτων «Σύγχρονη Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Ποίησης»

Της Βαλέριας Σιβούδη

 

(Το παρακάτω άρθρο αναδημοσιεύεται από τον ιστότοπο Artcore.)

 

Η αλήθεια είναι πως πριν αποφασίσω να γράψω λίγα λόγια για τη «Σύγχρονη Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Ποίησης», μια συλλογή προτύπων ποιημάτων από πρωτοεμφανιζόμενους ως επί το πλείστον ποιητές, στην οποία προσέθεσα κι εγώ την προσωπική μου σφραγίδα με δύο ποιήματά μου: την «Μοναξιά του Ποιητή» (2013) και τα «Ανείπωτα Λόγια» (2014), ανέμενα τη δημόσια εμφάνιση του έργου αυτού στο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Και τούτο περισσότερο γιατί επιθυμούσα αυτά τα οποία γράφω να καθρεφτιστούν στα μάτια των αναγνωστών μέσα από τις σελίδες της Ανθολογίας και να μετουσιωθούν σε σκέψεις, μνήμες και εικόνες, καθεμιά από τις οποίες θα κουβαλά μια δική της μοναδική ιστορία που θα μπήξει τα νύχια της αργά, μα σταθερά και αδιάκοπα στην πένα του ανθρώπου εκείνου που τολμώντας να λάβει τον ιερό τίτλο του Ποιητή θέλησε να ποτίσει τη δίψα τους με μελάνι, το ίδιο αυτό μελάνι με το οποίο ραντίστηκε κάθε λέξη των ποιημάτων του.

Κάποια χρόνια πριν, όταν για πρώτη φορά ερχόμουν σε επαφή με τον ιερό χώρο της Ποίησης διαβάζοντας Σεφέρη, Ελύτη και Ρίτσο, τρεις Ποιητές οι οποίοι καθόρισαν με τη γραφή, τα βιώματα και την ίδια τους τη ζωή τη δική μου υπόσταση, δε φανταζόμουν το βάρος των λέξεων το οποίο θα είχα κληθεί λίγο καιρό μετά να εναποθέσω σε μια λευκή σελίδα βαφτίζοντάς τη «ποίημα». Έπειτα ακολούθησε ο Καζαντζάκης, ο Καραγάτσης, ο Valéry, ο Neruda και από εκεί ο Flaubert, ο Proust, ο Poe, ο Lorka, ο Eliot, ο Camus και τόσοι πολλοί άλλοι στους οποίους αν αφιέρωνα ξεχωριστά μια σκέψη δε θα μου έφτανε όλο το παρόν κείμενο. Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς ποιο είναι το κοινό σημείο όλων αυτών. Η βαθιά πίστη στη γραφή και την επανάσταση, θα απαντήσω διστακτικά. Και με τον όρο επανάσταση σημειώνω την απόπειρα του ανθρώπου να έρθει αντιμέτωπος με κάθε αγωνιώδη, φριχτή καμία φορά καθημερινότητα, η οποία τον απογυμνώνει από κάθε συναίσθημα αφήνοντας πίσω ένα άδειο κουφάρι που μάχεται να σταθεί όρθιο. Τούτη λοιπόν είναι επανάσταση. Να γράφεις για καθετί σε βασανίζει, να δίνεις πνοή στους εφιάλτες σου αγκαλιάζοντάς τους με τα πιο γλυκά σου όνειρα κατορθώνοντας στο τέλος το μέγα παράδοξο: να βρίσκεις την ομορφιά πίσω από τη φρίκη τους.

Η «Ποιητική Ανθολογία» ήταν προσωπικά μια απόπειρα παρουσίασης δύο ποιημάτων μου δημοσίως, δίχως τούτο να ανασύρει στην επιφάνεια μια βαθύτερη τάση προβολής η οποία δε μου πρέπει και δε συνάδει με τα ιδεώδη μου, καθώς αποτελεί κατ’ εμέ βεβήλωση ενός μυστηρίου δημιουργίας το οποίο συντελείται σιωπηλά και μοναχικά. Προέκυψε στα πλαίσια της φιλίας μου με τον Εβρίτη συγγραφέα Κωνσταντίνο Τριανταφυλλάκη, ο οποίος με εμπιστοσύνη στο πρόσωπό μου παρέδωσε τα έργα μου στον ποιητή Δημήτρη Ιατρόπουλο για να φθάσουν ένα χρόνο μετά τυπωμένα στα χέρια μου. Η συλλογή αυτή είναι μια προσπάθεια ανάδειξης του τρόπου με τον οποίο έχει διαμορφωθεί και εξελίσσεται η σύγχρονη ελληνική Ποίηση. Η πορεία της έχει ακόμη συνέχεια, καθώς η εμφάνισή της στο ευρύ κοινό πραγματοποιήθηκε πριν από λίγο καιρό και ευελπιστώ να είναι ευοίωνη.

Μετά από όλα αυτά νομίζω πως θα ήταν συνετό πια να ολοκληρώσω το κείμενό μου, μιας και η αναφορά μου δικαίωσε ίσως την επιθυμία μου να αποτυπώσω μερικές σκέψεις μου. Σειρά έχει τώρα η επόμενη κριτική βιβλίου που θα δώσει πνοή στη γραφή μου.

Η Βαλέρια Σιβούδη γεννήθηκε το 1997 στην Αλεξανδρούπολη και κατάγεται από το Διδυμότειχο Έβρου. Είναι φοιτήτρια Ψυχολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Α.Π.Θ.), ενώ παράλληλα δραστηριοποιείται με τη συγγραφή ποιημάτων, άρθρων και κριτικών. Περισσότερα στη σελίδα της ως ανθολογούμενη της Ποιητικής Ακαδημίας εδώ.

Η Σύγχρονη Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Ποίησης διατίθεται στον διαδικτυακό ιστότοπο του βιβλιοπωλείου Bookbox (εδώ) και σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και τον Έβρο.

Σας άρεσε? Κοινοποιήστε το!