Παρουσίαση του μυθιστορήματος “Σελάνα”, του Τάκη Θεοδωρόπουλου, στην Κατερίνη

 

 

Αντί άλλου σχολιασμού, παραθέτουμε την κριτική του φιλολόγου Αντώνη Μπιτσιάνη για το μυθιστόρημα “Σελάνα” του Τάκη Θεοδωρόπουλου από την παρουσία του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Νέστωρ στην Κατερίνη, όπως το ανάρτησε ο Συγγραφέας στον προσωπικό του λογαριασμό στα κοινωνικά δίκτυα:

“Το έργο του Τάκη Θεοδωρόπουλου, που αποτελείται από 363 σελίδες, έχει τον τίτλο «ΣΕΛΑΝΑ» (από το σέλας = φως), που είναι ο δωρικός τύπος της Σελήνης, και υπέρτιτλο «Το μυθιστόρημα του παρθενώνα», στοιχείο που ουσιαστικά σηματοδοτεί και το περιεχόμενό του. Το εξώφυλλο του βιβλίου αναπαριστά μια λεπτομέρεια του ανθρώπινου σώματος, συγκεκριμένα ένα χέρι ριγμένο πάνω σε βότσαλα δημιουργώντας την αίσθηση ενός μεσογειακού τοπίου. Το πεταμένο χέρι με τους έντονους πόρους του δέρματος, που θυμίζουν άνυδρη γη του νότου, θα πρόσθετα ακόμη ότι παραπέμπει σε σπονδή στο μολώχ του Παρθενώνα για τις ανθρώπινες απώλειες κατά τη διάρκεια της κατασκευής του και είναι, όπως σημειώνει ο συγγραφέας(σ. 345), η «αναλώσιμη ύλη της δημοκρατίας».

Το βιβλίο αποτελεί μια επινοημένη/φανταστική βιογραφία του αρχιτέκτονα Ικτίνου, του ανθρώπου-σκιά, που στοιχειώνει την παρουσία του μνημείου ως σήμερα, και είναι ουσιαστικά η Ιστορία του Παρθενώνα. Πρόκειται για ένα έργο πυκνό, πολυπρόσωπο, πολυφωνικό, που διαθέτει τα χαρακτηριστικά ενός απολαυστικού μυθιστορήματος: χαρακτήρες, ατμόσφαιρα, δραματικές συγκρούσεις και απρόοπτα και ένα ευδιάκριτο ιστορικό πλαίσιο όπου εγκιβωτίζεται η δράση των ηρώων και η εξέλιξη των γεγονότων. Από την αρχή ως το τέλος υπάρχει μια εσωτερική δυναμική, αρθρωμένη πάνω σ’ έναν συμπαγή και συνεκτικό μυθιστορηματικό άξονα. Έτσι, το έργο ως οικονομία και σύνθεση αλλά και ως μορφή λόγου αγγίζει την αναγνωστική μας όραση και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου, πρωταγωνιστές και κομπάρσοι, με εσωτερικές συγκρούσεις και συνειδησιακά προβλήματα, με αλλαγές στις διαθέσεις και στις συμπεριφορές τους, με πάθη και αδυναμίες, συνθέτουν έναν ολόκληρο κόσμο με κοινωνικό και κυρίως δραματικό και ψυχογραφικό περιεχόμενο.

Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος με το βιβλίο του αυτό θέλει να φέρει στο φως τη σκιά μιας ανθρώπινης ζωής, που κυκλοφορεί στον Παρθενώνα, με άλλα λόγια τη μορφή του δημιουργού του, του σπουδαίου αρχιτέκτονα Ικτίνου, που μας άφησε μόνο ένα όνομα και ένα αρχιτεκτονικό ύφος, χωρίς κανένα βιογραφικό στοιχείο, εκτός από μια αναφορά στον Ρωμαίο συγγραφέα Βιτρούβιο που τον αναφέρει μαζί με κάποιον Κάρπιο ως συγγραφέα ενός χαμένου κειμένου για την αρχιτεκτονική του ναού. Η σκιαγράφηση του Ικτίνου, όπως παρουσιάζεται μέσα από τη συμπεριφορά του, τα κίνητρά του, τις παρορμήσεις και τις πράξεις του, φωτίζει τις συντεταγμένες ενός μακρινού παρελθόντος και ορίζει τις αντανακλάσεις της πραγματικότητας του καιρού του. Καθώς η προσωπικότητά του χτίζεται καθημερινά με ετερόκλητα υλικά, δηλαδή υποκειμενικές ανασφάλειες και απογοητεύσεις, ανησυχίες και ταλαντεύσεις, έρωτες και επιθυμίες, αγωνίες και φόβους αλλά και έξωθεν παρεμβάσεις και πιέσεις, μέσω της εντεταλμένης της θεάς συντρόφου του, η ρευστότητα είναι η σταθερή μεταβλητή στην εύθραυστη ζωή του και η πορεία του σχεδόν νομοτελειακή, από τη στιγμή που επιλέγεται να φέρει σε πέρας με την τέχνη του, όπως και έγινε, έναν υψηλό σκοπό: την ανοικοδόμηση του ναού της Αθηνάς.

Ο μυθιστοριογράφος προσπαθεί, λοιπόν, να αναδείξει την ανθρώπινη διάσταση, καθώς ο Παρθενώνας είναι έργο ανθρώπινων δυνάμεων και όχι θεών, άρα περικλείει στη μορφή του και την εμπειρία ζωής του δημιουργού του, του Ικτίνου. Έτσι ανασυνθέτει κόμπο-κόμπο τον καμβά της προσωπικής περιπέτειας και ζωής τού αρχιτέκτονα, που με τον ομότεχνο και συνεργάτη του Καλλικράτη, παρά τις διαφορές ως προς τον χαρακτήρα τους, αποτελούν μια άκρως δημιουργική συνωρίδα. Τη δίνη αυτής της εμπειρίας παρουσιάζει ο συγγραφέας με τη δύναμη της μυθοπλαστικής του έμπνευσης και φαντασίας αναπαριστώντας μια εποχή, όπου διαπλέκονται πολλά ιστορικά και μυθολογικά πρόσωπα κατά την εξέλιξη του μύθου. Είναι η εποχή του «πάντα πλήρη θεών», όπως λέει ο Θαλής ο Μιλήσιος, αφού οι θεοί βρίσκονται παντού, νοιάζονται και παρεμβαίνουν διαρκώς στο ανθρώπινο σύμπαν.

Παράλληλα, το βιβλίο έμμεσα αναθερμαίνει το ενδιαφέρον μας για το λαμπρότερο μνημείο της αθηναϊκής πολιτείας, αφού εσωτερικεύει την ανάγκη μιας θερμής πνευματικής και μυσταγωγικής διάθεσης, μακριά από το πνεύμα της σύγχρονης τουριστοκρατίας. Κρίνω σκόπιμο εδώ να υπενθυμίσω ότι στην αρχαιότητα ο ναός (από το ρ. ναίω= κατοικώ) είναι ο οίκος του θεού, που στέγαζε το λατρευτικό άγαλμα (εν προκειμένω της θεάς Αθηνάς, προστάτιδας της πόλης), το οποίο τοποθετούνταν στο βάθος του, ενώ οι πιστοί συγκεντρώνονταν στον περιβάλλοντα χώρο του, όπου ήταν και ο βωμός, για να προσφέρουν θυσίες και να ασκήσουν τα λατρευτικά τους καθήκοντα. Ο Χρήστος Καρούζος εκφράζει με τον δικό του τρόπο μια επίσκεψη σε τέτοιους ιερούς χώρους: « Δεν ανήκει, γράφει, στις εύκολες και πρόχειρες απολαύσεις ο ελληνικός τόπος με τα μνημεία του. Χρειάζεται αργό περπάτημα, συγκέντρωση, σιγανή μελέτη». Είναι φυσικό, επομένως, όταν ζει κανείς στην αττική γη και αντικρίζει τον Ιερό Βράχο καθημερινά, να νιώθει την ακτινοβολία και την επενέργειά του, ιδίως μάλιστα για έναν συγγραφέα με τη δεδομένη ευαισθησία του.

Αυτό το στοιχείο είναι, ίσως, μεταξύ άλλων, που αναρρίπισε και τη φλόγα της μυθιστορηματικής έμπνευσης του Τάκη Θεοδωρόπουλου, για να φιλοτεχνήσει τη βιογραφία του Ικτίνου, που ανάλωσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του για το έργο αυτό και έμεινε τυφλός από την επίδραση του εκτυφλωτικού ήλιου του αττικού τοπίου ή από επιδίωξη της θεάς για να μην μπορεί να δει τον οίκο της και να ισχυρίζεται ότι είναι δικό του έργο. Και για να μην είναι μόνος του σε αυτή την πολυτάραχη περιπέτεια της ζωής του, ο συγγραφέας φροντίζει με τη μυθιστορηματική του ευρηματικότητα να του δώσει για σύντροφο τη Σελάνα, την αυλητρίδα από τη Μήθυμνα της Λέσβου, ένα καταλυτικό πρόσωπο της ζωής του, μια μυστηριώδη ύπαρξη που ανήκει στον κύκλο των δαιμόνων της γραφειοκρατίας του Ολύμπου και στην υπηρεσία της θεάς Αθηνάς. Ό,τι είναι η Ασπασία για τον Περικλή είναι η Σελάνα για τον Ικτίνο. Το όνομά της αποτυπώνει τις δύο όψεις της Σελήνης, θεατή και αθέατη, το φως και τη σκιές της, που είναι και το κυρίαρχο ζητούμενο της τέχνης του Ικτίνου. Το «μερίδιο της σκιάς», όπως επαναλαμβάνεται συχνά στο κειμενικό αφηγημένο σώμα, είναι το μεγάλο μυστικό της τέχνης του αρχιτέκτονα. Η Σελάνα, από την αφετηρία της γνωριμίας τους στο σπίτι του αρχιτέκτονα Πωρινού, από τον οποίο αγόρασε και το χειρόγραφο «το μερίδιο της σκιάς» τον συμπαρίσταται και τον καθοδηγεί σε όλες τις δοκιμασίες και φάσεις της ζωής του: από το κρησφύγετο του Τίμωνα, στο διάστημα της δεκαπενταετούς μαθητείας του στην Αίγυπτο, τη Μεγάλη Ελλάδα και τη Σικελία, όπου μυείται στα μυστικά των δωρικών ναών και γίνεται η συνάντησή του με τη θεά Αθηνά, στην κρίσιμη δεκαετία της κατασκευής του ναού της Αθηνάς και τέλος, στην απόδρασή τους στην Ελευσίνα και από εκεί στην Αρκαδία, όπου την κατευθύνει για την ανέγερση του Επικούριου ναού του Απόλλωνα στη Φιγάλεια. Εκεί ο Ικτίνος, τυφλός πια, βρίσκει άδοξο τέλος, καθώς άθελά του κατακρημνίζεται σε μια αχανή χαράδρα, συμπαρασύροντας μαζί του και τη Σελάνα, που στο μεταξύ έχει υποβιβαστεί από την οργισμένη θεά Αθηνά σε θνητή- την ώρα που κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια να τον συγκρατήσει. Έτσι σφραγίζεται η κοινή τους μοίρα με αυτόν τον απροσδόκητο θάνατο.

Κλείνοντας, θα ήθελα να προσθέσω ορισμένες παρατηρήσεις που προκύπτουν μέσα από τα διάκενα των γραμμών του έργου.

1) Η ιστορική σχέση της γυναίκας στην ανδροκρατούμενη κοινωνία της αρχαιότητας με την κατανομή των ρόλων – ο άνδρας στην αγορά η γυναίκα στον οίκο- φαίνεται να αμφισβητείται και να κλονίζεται, αφού οι γυναίκες δεν υπόκεινται στους γνωστούς περιορισμούς. Στα φώτα της σκηνής και του δημόσιου χώρου βγαίνει και το γυναικείο πρόσωπο ιδίως με τη μορφή της Ασπασίας και της Σελάνας, που κάνουν αισθητή την παρουσία τους και παίζουν καθοριστικό ρόλο σε σπουδαία ζητήματα της πόλης.

2) Το μυθιστόρημα του Παρθενώνα ανανεώνει την πίστη μας στην ιδέα και αξία του ανθρώπου, την αγάπη μας για τα δημιουργήματά του, ενώ συγχρόνως τονώνει την ευαισθησία και την καλαισθησία μας. Το κορυφαίο μνημείο της παγκόσμιας κληρονομιάς δεν παρουσιάζεται ως ένα ιδεαλιστικό εποικοδόμημα, που έτσι κι αλλιώς δε συνιστά πολιτισμό. Απεναντίας προβάλλει ως ένα άσβεστο ίχνος της μακραίωνης παρουσίας του ελληνισμού σε αυτό το κρίσιμο σταυροδρόμι της Μεσογείου εκπέμποντας ένα νόημα βίου που αποτυπώνεται στον τρόπο της σχέσης μας με την ύλη του κόσμου και τους αισθητούς συνανθρώπους μας. Οι ήρωές του, όπως ο Ικτίνος ή ο Φειδίας, είναι μορφές καθημερινές, άνθρωποι που ατενίζουν προς το φως της ιδέας και αποκρίνονται με τις εμπράγματες κατακτήσεις της τέχνης τους. Μια τέτοια στάση και αντίληψη, θαρρώ, μας αποφορτίζει από έναν αρχαιογνωστικό τοτεμισμό και από ιδεολογικές παραμορφώσεις μιας κενής αρχαιολατρίας, αφού ο μνημειακός θησαυρός προβάλλεται ως ζώσα παρακαταθήκη που επικυρώνει τη διαλεκτική σχέση παρελθόντος και παρόντος, συνέχειας και ασυνέχειας, υλικών κατάλοιπων μιας εποχής και άυλης κληρονομιάς.

3) Στην αφήγηση προβάλλεται η μορφή του Περικλή ως «αδιαμφισβήτητου ηγέτη της Δημοκρατίας». Ο πειρασμός της σύγκρισης με το ζοφερό παρόν αναδύεται αυτόματα. Είναι η αναγνώριση της ανάγκης υπεύθυνης ηγεσίας ιδίως σε περιόδους κρίσης, όπως είναι η σημερινή στη χώρα μας. Η θεμελιώδης αυτή αλήθεια υπαινίσσεται ένα ικανό πολιτικό κεφάλαιο με πολιτική και αισθητική παιδεία, αλλά και εθνική αυτογνωσία, αποφασιστικότητα και συνέπεια στην κορυφή και στη βάση και βαθιά αίσθηση του ιστορικού και συλλογικού χρέους.

4) Στη μυθιστορηματική γραφή δε λείπουν οι φιλοσοφικές αναφορές και μια στοχαστική διάθεση που με τη συνδρομή ενός καλλιεργημένου λόγου αναζητά τρόπους να διευκρινιστούν ορισμένα θεμελιώδη υπερχρονικά ερωτήματα του κόσμου και της ζωής. (ενδεικτικά βλ. σ.169,171,217,235, 236,240,271). Αυτά είναι βέβαια ριζικά ερωτήματα, ανάλογα κάθε φορά με το πολιτιστικό συγκείμενο, που συνειδητοποιούμε την ιδιαιτερότητά τους, όταν αδυνατούμε να καταλήξουμε σε συμπεράσματα.

Αγαπητοί φίλοι

Η επιτυχία του βιβλίου δεν είναι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η μυθιστορηματική πλαστικότητα των χαρακτήρων και η διείσδυση στα μύχια της ψυχής τους ούτε η μυθοποιητική ηδυπάθεια του συγγραφέα ούτε η αριστοτεχνική πλοκή και η σύνθεση, αλλά μια αυθεντικότητα αίσθησης την οποία συναισθανόμαστε ως αναγνώστες την ώρα που αποδίδει με τέχνη και ομορφιά τη μυστική γλώσσα των πραγμάτων και το ήθος των ηρώων. Άλλωστε, γι’ αυτούς που ψάχνουν κάτι γνήσιο και αυθεντικό στην εποχή της εικονικής αποχαύνωσης και της διαδικτυακής ακατάσχετης φλυαρίας, το λογοτεχνικό βιβλίο εξακολουθεί να είναι ένα εξαιρετικό μέσο διανοητικής απόλαυσης, αντίστασης και αφύπνισης. Και είμαστε πράγματι τυχεροί όσοι με το βιβλίο του Τάκη Θεοδωρόπουλου έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε αυτό το περιπετειώδες και μαγευτικό ταξίδι της ζωής.”

 

ISBN: 9786180313994 | Εκδόσεις «Μεταίχμιο» | Σελ.: 368

Σας άρεσε? Κοινοποιήστε το!